Αγονοι καταλήγουν περίπου 8 στους 10 πλειστηριασμούς ακινήτων, γεγονός που δυσκολεύει την αποτελεσματική επίλυση του ιδιωτικού χρέους. Αυτό επισημαίνει η Επιτροπή στην έκθεση που δημοσίευσε χθες για τη μεταμνημονιακή αξιολόγηση, σημειώνοντας ότι το ιδιωτικό χρέος μπορεί να έφυγε από τους ισολογισμούς των τραπεζών, αλλά συνεχίζει να αποτελεί μια σοβαρή πρόκληση για την οικονομία. Παράπλευρη συνέπεια της περιορισμένης αποτελεσματικότητας του μηχανισμού των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών είναι και η υστέρηση των στόχων που πρέπει να επιτύχουν οι εταιρείες διαχείρισης στο πλαίσιο του «Ηρακλή» και γι’ αυτό, σύμφωνα με την Επιτροπή, θα πρέπει να ληφθούν διορθωτικά μέτρα.
Η απόφαση του Αρείου Πάγου, που αίρει την αβεβαιότητα σε ό,τι αφορά τους πλειστηριασμούς ακινήτων, θα βοηθήσει στην επιτάχυνση της επίλυσης του προβλήματος του μη εξυπηρετούμενου χρέους.
Η Επιτροπή διαπιστώνει, επίσης, ότι οι εταιρείες διαχείρισης έχουν λάβει αυξημένες πρωτοβουλίες προκειμένου να επιτύχουν σταδιακά τους στόχους για τους οποίους έχουν δεσμευθεί. Μεταξύ αυτών, είναι οι πωλήσεις χαρτοφυλακίων κόκκινων δανείων στη δευτερογενή αγορά, που επιτρέπει την αύξηση των ταμειακών ροών για την ικανοποίηση των στόχων του «Ηρακλή». Ωστόσο, τέτοιες πωλήσεις, σημειώνει η Επιτροπή, «πραγματοποιούνται με το δυνητικό κόστος μιας χειρότερης απόδοσης στο μέλλον», χωρίς κατ’ ανάγκην να έχει προηγηθεί η αποτελεσματική διαχείριση αυτών των χαρτοφυλακίων.
«Για να βελτιωθεί η απόδοση και να αυξηθεί η αξία πώλησης των χαρτοφυλακίων, οι συναλλαγές αυτές θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν περισσότερα δάνεια που έχουν ρυθμιστεί και εξυπηρετούνται ξανά», σημειώνεται στην έκθεση, επισημαίνοντας ότι «η αποτελεσματική αναδιάρθρωση του χρέους από τις εταιρείες διαχείρισης και η αποτελεσματική λειτουργία της δευτερογενούς αγοράς των κόκκινων δανείων θα αποτελέσουν κλειδί για την οικονομική απόδοση».
Επίσης σημαντικό, σύμφωνα με την Επιτροπή, είναι να ολοκληρωθούν οι υπόλοιπες τιτλοποιήσεις που εκκρεμούν στο πλαίσιο του προγράμματος «Ηρακλής», προκειμένου να διατηρηθεί η φθίνουσα πορεία του ποσοστού των κόκκινων δανείων, που παραμένει το υψηλότερο μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών. Πρόκληση, τέλος, αποτελεί η μείωση του ποσοστού των μη εξυπηρετούμενων δανείων από τις μικρότερες μη συστημικές τράπεζες, οι οποίες δεν μπορούν να κάνουν χρήση του «Ηρακλή». Η Επιτροπή διαπιστώνει επιπλέον την υψηλή κερδοφορία που πέτυχαν οι ελληνικές τράπεζες το 2022 ως αποτέλεσμα της αύξησης των επιτοκιακών κερδών και της αύξησης των spreads μεταξύ επιτοκίων δανείων και καταθέσεων, αλλά και των υψηλών χρηματοοικονομικών εσόδων.
Παρά τις θετικές τάσεις, προτεραιότητα θα πρέπει να αποτελέσει η ενίσχυση των κεφαλαιακών δεικτών, οι οποίοι παραμένουν οι χαμηλότεροι μεταξύ των ευρωπαϊκών τραπεζών, τη στιγμή που η ποιότητα των κεφαλαίων, λόγω του υψηλού ποσοστού αναβαλλόμενης φορολογίας, συνιστά μια μόνιμη πηγή ανησυχίας, σύμφωνα με την Επιτροπή.
πηγή kathimerini.gr